4. Ενεργειακός Υπεύθυνος για κάθε Κτιριακή Υποδομή των Αστυνομιών
Η ύπαρξη Ενεργειακής Ομάδας και Ενεργειακού Υπευθύνου για τις κτιριακές υποδομές της Αστυνομίας συμβάλλει στην αποτελεσματική ενεργειακή διαχείριση των κτιριακών υποδομών και στον τεκμηριωμένο σχεδιασμό δράσεων συντήρησης και ενεργειακής αναβάθμισης των δημόσιων υποδομών.
Στην Ελλάδα, ο θεσμός του Ενεργειακού Υπευθύνου στα δημόσια κτίρια καθιερώθηκε με τις διατάξεις της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Δ6/Β/14826/2008 (ΦΕΚ Β’ 1122/2008) και επικαιροποιείται με τις μεταγενέστερες διατάξεις των ΥΠΕΝ/ΔΕΠΕΑ/68315/502/2022 και ΔΙΔΑΔ/Φ.69/209/οικ.10814/2022. Σύμφωνα με αυτές, για τις κτιριακές υποδομές που χρησιμοποιούνται από το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πρέπει να ορίζεται τουλάχιστον ένας Ενεργειακός Υπεύθυνος, ο οποίος μπορεί να αναλαμβάνει την ευθύνη μιας ή περισσοτέρων υποδομών, ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες και τον όγκο των κτιρίων του φορέα. Ο Ενεργειακός Υπεύθυνος δύναται να είναι μηχανικός κατηγορίας ΠΕ ή, σε έλλειψη της σχετικής ειδικότητας, μηχανικός κατηγορίας ΤΕ, και ορίζεται από το αρμόδιο διοικητικό όργανο του φορέα. Επιπλέον, οφείλει να εφαρμόζει τα προβλεπόμενα μέτρα ενεργειακής διαχείρισης και να παρακολουθεί τα ενεργειακά δεδομένα των κτιρίων, συνεισφέροντας στην επίτευξη των εθνικών στόχων ενεργειακής απόδοσης.
Στην Κύπρο, ο θεσμός του Υπεύθυνου Ενεργειακής Διαχείρισης στα δημόσια κτίρια καθορίζεται από τον «Περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο» (142(Ι)/2006) και επικαιροποιείται με το νομοσχέδιο του 2025 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, σε κάθε δημόσια υποδομή ή ομάδα υποδομών πρέπει να ορίζεται τουλάχιστον ένας Υπεύθυνος Ενεργειακής Διαχείρισης, ο οποίος μπορεί να είναι μηχανικός ή άλλο εξειδικευμένο προσωπικό με κατάλληλη εκπαίδευση και ορίζεται από το αρμόδιο διοικητικό όργανο του φορέα. Ο Υπεύθυνος είναι αρμόδιος για τη συλλογή και καταγραφή στοιχείων ενεργειακής κατανάλωσης, την εισήγηση μέτρων για εξοικονόμηση ενέργειας και βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, καθώς και για τη συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες στην παρακολούθηση ενεργειακών δεικτών, συμβάλλοντας έτσι στην εφαρμογή των εθνικών πολιτικών ενεργειακής αποδοτικότητας και στη βιώσιμη λειτουργία των δημόσιων υποδομών.
